Ποιος είναι ο χειρότερος εχθρός των ΗΠΑ...

Το Ιράκ είναι μόνο το σημερινό παράδειγμα ότι η στενοκεφαλιά αποτελεί παράδοση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική



International Herald Tribune



Με την κατάσταση στο Ιράκ να διολισθαίνει στο χάος, παρασύροντας τώρα άλλους 20.000 νέους Αμερικανούς στρατιώτες, αξίζει τον κόπο να θέσουμε μια σημαντική ερώτηση: Γιατί η αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι τόσο φρικτή; Η Σιρίν Εμπάμπι, η Ιρανή δικηγόρος που κέρδισε το Νομπέλ Ειρήνης, εξέφρασε αυτή ακριβώς την απορία με χαρακτηριστική ευθύτητα. «Με εκπλήσσουν οι Αμερικανοί –είπε– που εν μέσω τεράστιων επιστημονικών επιτευγμάτων αποδεικνύονται τόσο στενόμυαλοι στην εξωτερική πολιτική».
Είναι θλιβερό. Μπορούμε να πάμε με ασφάλεια στο φεγγάρι, αλλά όχι στην επαρχία Ανμπάρ. Μπορούμε να ερευνήσουμε τα βάθη του σύμπαντος, αλλά δεν πρόκειται να αντιληφθούμε (παρά μόνο όταν θα είναι πολύ αργά) ότι πολλοί Ιρακινοί μας σιχαίνονται. Παράγουμε ταινίες που ενθουσιάζουν τους θεατές σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά δεν μπορούμε να επινοήσουμε μια εξωτερική πολιτική που να αρέσει σε όλους.

Εναντίον των συμφερόντων
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο η δεξιά πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών. Η στενοκεφαλιά είναι χαρακτηριστικό αμφοτέρων των κομμάτων και αποτελεί παράδοση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η Ιστορία έχει δείξει ότι συχνά γινόμαστε ο χειρότερός μας εχθρός. Το Ιράκ είναι απλώς το παράδειγμα του παρόντος: Εισβάλαμε στη χώρα πιστεύοντας ότι θα πάρουμε ένα φιλοαμερικανικό οχυρό, φθηνό πετρέλαιο, μακροπρόθεσμες στρατιωτικές βάσεις και την ευγνωμοσύνη των απελευθερωμένων Ιρακινών. Αντί όλων αυτών, πολεμήσαμε το Ιράκ και κέρδισε το Ιράν.

Επι τη ευκαιρία, ας δούμε τι γίνεται με το Ιράν. Το 1953 βοηθήσαμε στην ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού, Μοχάμεντ Μοσαντέχ, προσβλέποντας σε μια πιο φιλοδυτική κυβέρνηση. Η πολιτική αυτή προκάλεσε εντάσεις που οδήγησαν στην ιρανική επανάσταση του 1979 και στην άνοδο μουλάδων με πυρηνικά οράματα. Εάν δεν υπήρξε η εξωτερική μας πολιτική, το Ιράν θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τώρα μια φιλοαμερικανική κυβέρνηση.
Γιατί λοιπόν δρούμε τόσο συχνά σε βάρος των ίδιων μας των συμφερόντων;

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο λόγοι.

Ο πρώτος είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις ανέκαθεν έψαχναν στα τυφλά, πατούσαν επί πτωμάτων, προκαλούσαν δυσαρέσκεια και έλυναν στρατιωτικά προβλήματα απλώς επειδή είχαν τη δυνατότητα. Ενα από τα πιο αξιομνημόνευτα εδάφια του Θουκυδίδη περιγράφει πώς, πριν από 2.400 χρόνια, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να συνθλίψουν την πόλη της Μήλου απλώς επειδή μπορούσαν. Με τον ίδιο τρόπο, το 1955, όταν η Βρετανία ήταν ο κυρίαρχος παίκτης στη Μέση Ανατολή, θέσπισε το Σύμφωνο της Βαγδάτης, μια στρατιωτική συμφωνία με στόχο την προστασία των βρετανικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή. Η διευθέτηση αυτή ωστόσο ξεσήκωσε τους Αραβες εθνικιστές, ενίσχυσε το αντιβρετανικό αίσθημα και συνέβαλε στην πτώση της ιρακινής μοναρχίας το 1958 και τελικά στην ανάδειξη του Σαντάμ Χουσεΐν.

Λύσεις-μπούμερανγκ

Ο δεύτερος λόγος αφορά ειδικά τις ΗΠΑ: Αδυνατούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να οφείλουν την ύπαρξή τους σε εθνικιστές ταραξίες όπως ο Σαμ Ανταμς, αλλά (εν μέρει επειδή ελάχιστοι Αμερικανοί έχουν ζήσει στο εξωτερικό) ενοχλούνται με την απήχηση που έχουν άλλοι εθνικιστές ταραξίες στον υπόλοιπο κόσμο. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη Βαγδάτη; Για μία ακόμη φορά, ο Λευκός Οίκος αναζητεί στρατιωτικές λύσεις που θα γίνουν πιθανότατα μπούμερανγκ και θα μας χτυπήσουν. Η αποστολή επιπλέον δύναμης νέων Αμερικανών στρατιωτών στη δίνη του πολέμου μπορεί να έχει τρεις επιπτώσεις: να πυροδοτήσει τον ιρακινό εθνικισμό, να ενισχύσει τους σιίτες και σουνίτες εξτρεμιστές και να οδηγήσει στον θάνατο περισσότερους νέους Αμερικανούς.

Εκθεση του αμερικανικού στρατού του 1999, που πρόσφατα αποσύρθηκε από τα απόρρητα έγγραφα του Εθνικού Αρχείου Ασφαλείας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ακόμη και μια δύναμη 400.000 ανδρών δεν θα καταφέρει να σταθεροποιήσει το Ιράκ στη μετά Σαντάμ εποχή. Στη μελέτη δίνεται έμφαση στη σημασία της διπλωματίας με στόχο τη δέσμευση των γειτονικών κρατών. Ο Μπους, όμως, κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αφήνει υπόνοιες για τη δέσμευση της Συρίας και του Ιράν, όχι διπλωματικά αλλά στρατιωτικά. Εχουμε πάρει τον δρόμο που στο τέλος θα μας οδηγήσει σε στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν – όλεθρος.

Να επουλωθούν οι πληγές

Ποια θα ήταν άραγε η μορφή μιας καλύτερης στρατηγικής; Μια προσπάθεια όπως αυτή της επιτροπής Μπέικερ; Η έκθεση της επιτροπής υπογραμμίζει την ανάγκη συμμετοχής των γειτονικών κρατών στις διαπραγματεύσεις, επίτευξης πολιτικών συμβιβασμών στο Ιράκ, έναρξης της αποχώρησης των στρατιωτικών δυνάμεων και κλιμάκωση των προσπαθειών για την ειρήνευση μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων (Το τελευταίο σκέλος έχει αναλάβει η Κοντολίζα Ράις).

Θα λειτουργούσε άραγε αυτή η στρατηγική στο Ιράκ; Ουδείς γνωρίζει. Ενα τέτοιο σχέδιο αμφοτέρων των πολιτικών κομμάτων θα μπορούσε τουλάχιστον να επουλώσει τις πληγές των ίδιων των ΗΠΑ.

Στο μεταξύ, η Ιστορία παίζει τα δικά της παιχνίδια. Ο αιδεσιμότατος Μπομπ Εντγκαρ, γενικός γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου Εκκλησιών, θυμάται ότι όταν ήταν βουλευτής στη νεότητά του, τον Απρίλιο του 1975, γινόταν συζήτηση για ένα ανάλογο αίτημα αύξησης στρατιωτών. Ηταν το αίτημα του προέδρου Φορντ για την αποστολή επιπλέον στρατευμάτων με στόχο τη σταθεροποίηση της Σαϊγκόν. Φωτογραφία του Λευκού Οίκου έχει αιχμαλωτίσει τον Τζέραλντ Φορντ με δύο από τους αρχιτέκτονες του εν λόγω αιτήματος: αξιωματούχους της κυβέρνησης, ονόματι Ντικ Τσένι και Ντόναλντ Ράμσφελντ.

 

0 Responses to Ποιος είναι ο χειρότερος εχθρός των ΗΠΑ...